Σάββατο, Απριλίου 21, 2007

Αλτ; Τις ει;

Αφού απέδειξα ότι δεν είμαι ομπρέλα, σκέφτηκα τι είμαι. Για ώρα τώρα κάθομαι στο σαλόνι και κοιτάω μέσα από τους τοίχους τους άλλους γύρω μου. Εφόσον μπορώ και βλέπω μέσα από συμπαγή αντικείμενα και αρκετά μακριά, καταλαβαίνεις ότι μου είναι εύκολο να πίνω τον καφέ μου το πρωί και να παρακολουθώ ό,τι κάνουν οι άνθρωποι γύρω μου.

Τώρα κοιτάω στην απέναντι πολυκατοικία μια γυναίκα που με μανία καθαρίζει και μιλάει μόνη της. Και καθαρίζει συνέχεια, συνέχεια, σαν το μαρτύριο του Σίσυφου. Μόνο που εκείνος είχε ξεγελάσει το Θάνατο. Η κυρία απέναντι δεν μπορεί καν να ξεγελάσει τη σκόνη.

Και σκέφτομαι. Τι πρέπει να κάνω; Τι είμαι; Και απαντώ. Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν μπορείς να κάνεις πάντα αυτό που θέλεις χωρίς να βλάψεις τους άλλους, και δεν μπορείς να κάνεις αυτό που θέλουν οι άλλοι χωρίς να βλάψεις τον εαυτό σου. Τουλάχιστον, ας μην εξευτελίζομαι.

Τετάρτη, Απριλίου 18, 2007

Η Ομπρέλα

- Δεν αντέχω πια, είπε ένα πρωί η ομπρέλα απογοητευμένη. Στέκομαι όλη μέρα εδώ, άσκοπα και μαραζώνω. Αφού δε βρέχει σε αυτή τη χώρα, γιατί με αγοράσανε; Αισθάνομαι άχρηστη.
- Με δουλεύεις, είπε ο πυροσβεστήρας από τη γωνία. Ξέρεις πόσο καιρό κάθομαι εδώ; Και ούτε μια σπίθα.
- Ναι, αλλά αυτός είναι ο σκοπός της ζωής σου. Αν πιάσει φωτιά θα πεθάνεις.
- Μα, τι θάνατος! Έχεις δει ποτέ πυροσβεστήρα σε δράση; Μεγαλείο. Άσπρος αφρός, πανίσχυρος, ανίκητος. Και μετά στα χείλη όλων: «Πήρα τον πυροσβεστήρα και…», «Ευτυχώς είχα πυροσβεστήρα». Ααχ! Αυτό είναι.
- Μα η φωτιά είναι επικίνδυνη.
- Να τα πεις στον Προμηθέα αυτά. Άλλωστε, δεν πρόκειται ποτέ να πιάσει ούτε μια μικρή φωτίτσα.
- Πσσστ! ακούστηκε μια φωνούλα.
- Ποιος είναι; ρώτησε η ομπρέλα.
- Εδώ, στο συρτάρι. Τα σπίρτα είμαι. Σας ακούω που παραπονιέστε. Δείτε και εμένα. Δεν καπνίζουν και με έχουν εδώ μέσα, κλειδωμένο. Και ξέρετε τι φλογίτσες κάνω εγώ; Με μια μυρωδιά φώσφορου. Μέχρι και ο Άντερσεν μας αναφέρει.
- Δε μου λες, είπε ο πυροσβεστήρας. Κάνουμε μια συμφωνία;
- Αμέ!
- Κάνε φλόγα, να πιάσει καμιά φωτιά.
- Τι λες εκεί; Θα καεί το σπίτι, είπε η ομπρέλα.
- Δεν είναι κακή ιδέα. Θα τους δείξω εγώ που με ξεχάσανε εδώ μέσα, είπε το κουτί με τα σπίρτα.

Και έτσι έγινε. Τα σπίρτα άναψαν μια μικρούλα φωτιά, που έφαγε το συρτάρι και έγινε πιο μεγάλη φωτιά. Οι άνθρωποι τινάχτηκαν πανικόβλητοι και άρπαξαν τον πυροσβεστήρα. Φσστ, μία… τίποτα. Φσστ, δύο τιποτα. Δε δούλευε. Οι άνθρωποι παγιδεύτηκαν μέσα. Ευτυχώς ήρθε η πυροσβεστική και άρχισε να ρίχνει τόνους νερό. Ήταν σαν να έβρεχε. Τότε οι άνθρωποι πήραν την ομπρέλα για να προστατευτούν και βγήκαν έξω.

Τρίτη, Απριλίου 17, 2007

Σπουδή στην ομπρέλα

Ακολουθώντας την επιτυχημένη στρατηγική του Κοέλιο, ήτοι βρίσκω-θέμα-πουλάω-δεν-αλλάζω-θέμα-ο-κόσμος-να-χαλάσει, προσπαθώ να δώ τη ζωή μέσα από τα μάτια μιας ομπρέλας.
Αυτό και αν είναι ατυχία. Το να είσαι ομπρέλα στην Ελλάδα είναι σαν να είσαι ψυγείο στον Βόρειο Πόλο. Χειρότερα όμως. Βρέχει που και που, αρκετά για να σε κάνει να νοσταλγήσεις την χαρά της βροχής. Συνήθως στέκεσαι κρεμασμένη σε μια γωνία και σκονίζεσαι. Κάθε πρωί αντικρύζεις με απελπισία μια φωτεινή ηλιαχτίδα να σκίζει το χώρο. Μια ακόμη ηλιόλουστη μέρα.
Υπάρχει όμως και το χειρότερο. Μια ανοιχτή γκρίζα μέρα. Όχι σκούρα γκρίζα, που ο ήλιος παλεύει να δηλώσει ότι υπάρχει. Σε μια σκούρα γκρίζα μέρα θα βρέξει. Μιλάμε για μια ανοιχτή γκρίζα μέρα. Τότε που εκείνος κοιτά ανήσυχος από το παράθυρο. Και μετά σε κοιτά με ερωτηματικό. Αυτό σημαίνει ότι θα στριμωχτείς σε μια τσάντα με πορτοφόλια, κλειδιά και στυλό. Και δε θα βγεις από εκεί για την υπόλοιπη μέρα.
Υπάρχει όμως κάτι που κάνει τα σύρματά σου να παγώνουν. Το βεβιασμένο ξημέρωμα μιας γκρίζας μέρας. Μιας μέρας που αρχίζει με βροχή. Μια βροχή που δε συνοδεύεται από την μελωδία των σταγόνων αλλά από το συριστικό βουητό του αέρα. Του αέρα που χτυπάει τα μέταλλα του μπαλκονιού σαν να είναι θριαμβευτικά τύμπανα. Του αέρα που πετά κάτω γλάστρες. Του αέρα που σπάει ομπρέλες. Και βγαίνεις στο δρόμο με την ελπίδα να είναι αρκετά έξυπνος εκείνος και να σε κρατάει κόντρα στον αέρα, κόντρα στον θάνατο. Και σφίγγεσαι όταν βλέπεις σε κάδους ξεψυχισμένες ομπρέλες.

Πέμπτη, Απριλίου 12, 2007

Η ματαιότητα της ομπρέλας

Ένα από τα πιο γελοία θεάματα που έχει να επιδείξει το ανθρώπινο γένος είναι η ομπρέλα. Δεν έχω ιδέα ποιος διαστρεμμένος σαδιστής εφηύρε τον πιο γελοίο τρόπο ν’ αποδείξει τη ματαιότητα. Βρέχει! Ε, και; Υπήρχαν άνθρωποι – που στα μάτια μας θα φαινόταν σαν ερυθρόδερμα κοτόπουλα με κακό γούστο – που χόρευαν προσευχόμενοι να βρέξει. Είναι μια φυσική, ευεργετική διαδικασία. Ακόμη και οι δυνάμεις μου είναι ανίσχυρες μπροστά στα φυσικά φαινόμενα. Μπορώ να δω μια σταγόνα να πέφτει από ψηλά, αλλά τότε είναι ήδη αργά. Έτσι, εκτός από τον Κηφισό και την απίθανη περίπτωση να είσαι από ζάχαρη, είναι ανόητο να προσπαθείς να την αποφύγεις.
Και όμως το κάνουμε. Ανοίγουμε την ομπρέλα μας, κρυβόμαστε όπως όπως από κάτω και προσπαθούμε να ελαττώσουμε το κακό. Στην πραγματικότητα όμως για να περπατήσουμε πρέπει να βγάλουμε τα πόδια μας από το γελοίο καταφύγιό μας και να τα βρέξουμε. Επιπλέον, αν φυσάει, μοιάζουμε λίγο πιο ηλίθιοι από το Κογιότ που βγάζει την ομπρέλα του όταν πέφτει ο βράχος. Το μόνο που τελικά προστατεύεται είναι το κεφάλι. Και όμως...Η αποστολή θεωρείται επιτυχής.
Διευκρινίζω ότι ενοχλούμαι όταν βρέχει. Καταφεύγω και εγώ σ’ εκείνο το χρωματιστό αδιάβροχο πανί που κρυμμένο λαχταράει να ξεδιπλωθεί. Άλλωστε συχνά φοράω γυαλιά και η βροχή έχει άμεση επίδραση στην όρασή μου. Γιατί όσο και να με διασκεδάζει αυτή η διάστικτη όραση, είναι επικίνδυνη. Πάντως όταν βρέχει φτιάχνω την ίδια εικόνα στο μυαλό μου: εγώ και εκείνος, βρεγμένοι ως το κόκαλο, γελάμε με τα μαλλιά μας που στάζουν. Απλώνουμε τα ρούχα στο καλοριφέρ, σκουπίζουμε ο ένας τον άλλο και πίνουμε ένα ζεστό ακούγοντας την βροχή.

Τετάρτη, Μαρτίου 28, 2007

Παραμυθιάσματα


Για μέρες ο γενναίος ιππότης προχωρούσε μέχρι την άγρια σπηλιά του δράκου. Η αποστολή του ήταν δύσκολη αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει. Έπρεπε να φέρει πίσω στο βασίλειο την όμορφη βασιλοπούλα, όπως του ζήτησε ο βασιλιάς. Έτσι οπλίστηκε με θάρρος και προχώρησε με αποφασιστικότητα προς τη σπηλιά. Ο τεράστιος δράκος καθόταν εκεί και έκλεινε την σπηλαιώδη είσοδο. Ρουθούνιζε θειάφι και μόλις αντιλήφθηκε τον ιππότη στηρίχτηκε στα τεράστια πόδια του και κινήθηκε προς το μέρος του.
- Ήρθες; είπε με την βαριά φωνή του ο δράκος.
- Είμαι εδώ, απάντησε ο ιππότης ατρόμητος.
- Είσαι σίγουρος γι’ αυτό που πας να κάνεις; απείλησε ο δράκος.
- Είναι το χρέος μου, του αντιγύρισε ο ιππότης με το αστραφτερό σπαθί.
- Ναι, ρε φίλε, αλλά άργησες.
- Τι λες, μωρέ; Εσύ θα βιαζόσουν;
- Καλά, ρε παιδί μου, σε καταλαβαίνω. Αλλά και’ γω έκανα μια συμφωνία. Είπαμε με τον βασιλιά θα πάρω τρία σεντούκια με χρυσό και ένα σακούλι διαμάντια για να κρατήσω την μικρή για λίγο. «Πάρτην για λίγο, βρε. Και δε θα βγεις ζημιωμένος. Ε! Τι με το αζημίωτο θα στην φόρτωνα». Έτσι μου είπε ο βασιλιάς και γι’ αυτό δέχτηκα.
- Έχεις και’ συ τα δίκια σου. Λοιπόν; Που είναι;
- Έχεις τρελαθεί τελείως; Θες να σου την δώσω χωρίς μάχη; Κοίτα, σε συμπάθησα. Αν δε θες ν’ ακούς για την υπόλοιπη ζωή σου απίστευτη γκρίνια…Πρέπει να την δουλέψουμε, να προσποιηθούμε ότι παλεύουμε και ότι με νίκησες. Θα έχεις για λίγο το κεφάλι σου ήσυχο.
- Δεν το είχα σκεφτεί καθόλου. Τι εννοείς όταν λες για το υπόλοιπο της ζωής μου;
- Τι; Δε στο είπανε;
- Εγώ σε ένα τουρνουά πήρα μέρος και απ’ ότι βλέπεις… έχασα.
- Μα θα πρέπει να την παντρευτείς. Και θα πάρεις το μισό βασίλειο.
- Να το χέσω το βασίλειο. Είπαμε να τραβολογιέμαι στην ερημιά, να ανεβαίνω βουνά με την γαμοπανοπλία, ν’ ανέχομαι την γκρίνια της στην διαδρομή. Αλλά να την φάω στη μάπα για πάντα! Για μαλάκα με περάσανε; Την κοπανάω.
- Ώπα, ρε φίλε. Κάτσε, εγώ την έφαγα στην μάπα τρία χρόνια τώρα. Σε παρακαλώ μην μ’ αφήνεις έτσι. Θα τρελαθώ.
- Και για να μην τρελαθείς εσύ θα την φορτωθώ εγώ;
- Άκου να σου πω. Ή θα την πάρεις ή θα στην δώσω με το ζόρι.
- Και πώς θα το κάνεις αυτό, ρε βαρύμαγκα;
- Ρε, κάνε την δουλειά σου μην έχουμε σύρε-ξέσυρε.
- Καλύτερα νεκρός παρά γαμπρός.
Το σπαθί του ιππότη ανέμισε στον αέρα καθώς ο δράκος έφτυνε καυτή λάβα. Η μάχη ήταν ανελέητη. Ο ιππότης πάλευε να αποφύγει να σκοτώσει τον δράκο και ο δράκος στόχευε πολύ προσεκτικά.
- Ναι, αλλά δεν θα τελειώσουμε έτσι, φώναξε ασθμαίνοντας ο ιππότης.
- Άκου να σου πω. Εγώ δεν πρόκειται να σε σκοτώσω. Είσαι με τα καλά σου; Και να μου μείνει μετά αμανάτι;
- Ε, και τι θα κάνουμε;
- Κάτι σκέφτηκα. Θα την πάρεις τώρα εσύ. Εγώ θα πάω σε μια γνωστή μου μάγισσα, την μητριά της Χιονάτης.
- Και τι θα γίνει;
- Ξέρεις τι τραβάγανε στο παλάτι με την Χιονάτη; Καπρίτσια και απαιτήσεις. Άστα, δράμα. Είδε και αποείδε ο πατέρας, βρήκε την μάγισσα που της έδωσε ένα μήλο και ταβλιάστηκε.
- Πω, κάτι είχα ακούσει. Και εκείνος ο άτυχος ο πρίγκιπας…
- Καλό παλικάρι. Και τώρα; Αλκοολικός.
- Και θα πάρεις ένα τέτοιο μήλο; Μα δεν είναι φόνος;
- Ε! Δε θα πεθάνει κιόλας. Άμα μπλέξεις και πρέπει να την ξυπνήσεις της δίνεις ένα πεταχτό φιλί και όλα καλά.
- Είσαι πολύ εντάξει, ρε δράκε; Ευχαριστώ.
- Εγώ ευχαριστώ που έκανες τον κόπο να έρθεις ως εδώ. Λοιπόν, να συνεχίσουμε την μάχη να τελειώνουμε;

Δευτέρα, Μαρτίου 26, 2007

Που είναι οι κακοί;

Εντάξει είπα να συμβιβαστώ με την ιδέα ότι η ζωή μου δεν είναι στην αλήθεια μέρος ενός comic. Είπα να κάνω την ίδια δουλεία με τζην και All-Star.Αποφάσισα ότι θα ποδοπατούσα τους κακούς που ταλαιπωρούν τον κόσμο και θα τους έδινα ένα μάθημα. Έβαλα το καπέλο και τα μαύρα γυαλιά μου. Έβαλα και γάντια (βλέπω CSI) και βγήκα στην πόρτα. Ναι, και…; Κοίταξα αριστερά τίποτα, κοίταξα και από την άλλη, κανείς. Καλά! Δεν περνάνε από εδώ οι κακοί σήμερα, ας πάω πιο κάτω.

Ρίχνω μια ματιά στο φούρνο, σκέφτηκα ότι όλο και κάτι στραβό θα κάνει, αλλά έχουμε τον Ευαγγελάτο για αυτές τις δουλειές. Αποφάσισα να κατέβω στο κέντρο, όπου είναι μαζεμένοι όλοι οι κακοί. Στατιστικά αν το πάρεις, όλοι κάνουμε μια βόλτα από το κέντρο. Δε μπορεί, θα περάσουν και κάποιοι κακοί. Κατέβηκα στην Ομόνοια. Κοίταξα γύρω και ο μόνος εγκληματίας ήταν ο Hondos με το τεράστιο κακόγουστο «είμαι-βλάχος» κτίριο. Άμα είναι να σκοτώσουμε τους κακόγουστους, σκέφτηκα, δε θα μείνει κανείς.

Έριξα μια ματιά στα πρεζόνια που ήταν απλωμένα στην πλατεία. Ωραία. Να υλικό! Θα βρω αυτούς που τους κατάντησαν έτσι. Και ποιοι είναι αυτοί. Οι έμποροι ναρκωτικών; Οι γονείς τους; Η κοινωνία; Το πιο εύκολο ήταν να βρω τους εμπόρους ναρκωτικών (απλά, πας στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα και ρωτάς). Αλλά είμαι σούπερ ηρωίδα, δεν είμαι για τα εύκολα.

Όλο το βράδυ βολόδερνα άσκοπα. Σε πληροφορώ ότι δεν βρήκα ούτε ένα κακό. Ο πιτσιρικάς που έκλεψε τη γιαγιά θα είχε τους λόγους του. Η γιαγιά τι σκατά έκανε με 2000 ευρώ στην τσάντα; Οι πουτάνες έβγαζαν μια χαρά λεφτά (πήγα για συνέντευξη, μου είπαν να χάσω κανα κιλό και να ξυρίσω τις μασχάλες μου) και οι μαστροποί ακόμη περισσότερα. Κανά δυο που τις χτυπούσαν, τους έστειλα στο ίδιο μπαρ με τον άλλο (βλ. Φόνος). Τώρα που το σκέφτομαι θα πρέπει να πάρω ποσοστά από αυτό το μπαρ.

Σκέψου το και εσύ. Ποιος μπορεί να είναι τόσο κακός ώστε να αξίζει να υποστεί ΤΗΝ ΟΡΓΗ μου (Αχ! Πάντα ήθελα να το πω αυτό). Πραγματικά κακός, χωρίς σοβαρό λόγο. Και στους σοβαρούς λόγους βάζω τα λεφτά, αφού δεν τα έχουμε όλοι. Και αν τιμωρήσω αυτούς, τι θα γίνει; Θα βγουν άλλοι 10, ρώτα των Ηρακλή, ξέρει από αυτά.

Τα παράτησα και γύρισα σπίτι. Φαντάστηκα πως θα ήταν οι 300 Σπαρτιάτες αν τελικά οι Πέρσες δεν είχαν φανεί. Και μελαγχόλησα.

Κυριακή, Μαρτίου 18, 2007

Όραμα

Άκουσα τους Faithless να λένε “You don’t need eyes to see, just vision”. Και τότε συνειδητοποίησα τι ήταν αυτό που έκανε την ζωή μου μικρή και ασήμαντη. Μπορώ να βλέπω μακριά και μέσα από στέρεα αντικείμενα, αλλά δεν είχα όραμα. Και τότε το αποφάσισα. Έπρεπε να θέσω αυτές τις δυνάμεις για να βοηθήσω τον συνάνθρωπό μου. Κοίταξα με κρυφό χαμόγελο τα τεύχη από comics με σούπερ ήρωες και κοιμήθηκα σαν πουλάκι.
Το πρώτο πράγμα που έπρεπε να κάνω, ήταν να μου φτιάξω μια στολή. Ευτυχώς πιάνουν τα χέρια μου (να' ναι καλά η γιαγιά που μου έμαθε κέντημα) και θα την έφτιαχνα μόνη μου. Η επιλόγή όμως δεν είναι εύκολη. Για να πας σε πάρτυ, ανοίγεις το Bazaar και σου λέει τι να κάνεις και τι να μην κάνεις (κάτι σα το στρατό). Εγώ που να βρω τέτοιες συμβουλές; Στο Cosmosuperwoman; "Αν είστε μελαχρινη, προτιμήστε μια μάσκα στις αποχρώσεις του κόκκινου. Τα μαλλιά μπορούν να κοπούν καρέ που είναι in και δεν εμποδίζουν στο να πιάνετε τους κακοποιούς".
Ξεφύλλιζα τα comic μου και απελπίστηκα περισσότερο. Ή φοράνε λαχανί με πορτοκαλί, το σώβρακο πάνω από το παντελόνι ή μαύρα εφαρμοστά. Προτίμησα την δεύτερη επιλογή. Βέβαια, όλες οι υπερηρωίδες, κατα διαβολική σύμπτωση, είναι μοντέλα. Τι σκατα; Αν έχεις τηλεκίνηση, το πιο πιθανό είναι να είσαι 100 κιλά γιατί δεν κάνεις τίποτα με το σώμα σου. Εδώ πετάνε, δεν περπατάνε και το κορμί αγαλματένιο. Από αυτό το πρότυπο απέχω αλλά είπα να κάνω μια δοκιμή, αφού το μαύρο κόβει κιόλας.
Την ετοίμασα! Ήταν μια απλή μαύρη στολή, από ελαστικό ύφασμα, μέσα στο οποίο το καλοκαίρι θα λιώνω, φυσικά. Μπορεί να κάνω μια αμανικη. Έφτιαξα και μια μάσκα που μου φέρνει φαγούρα. Και τότε το συνειδητοποίησα. Τι θα γίνει αν έχω περίοδο; Η σερβιέτα θα γράφει. Ταμπόν δε χρησιμοποιώ, μου θυμίζουν τάπα. Φαντάζεσαι να κυνηγάω τον κακό και να μπει η σερβιέτα εκεί που δεν πρέπει και να σταματήσω την καταδίωξη για να την ισιώσω; Ή να ξέρουν όλοι πότε έχω περίοδο και να κάνουν τότε τα εγκλήματα, που θα είμαι πιο αδύναμη;
Απογοητεύτηκα, άφησα το όραμά μου για άλλη φορά.

Παρασκευή, Μαρτίου 16, 2007

Οι Άκωλοι

Κατόπιν απαιτήσεως
Μια φορά και ένα καιρό ήταν τρία αδέρφια, που ζούσαν σε ένα σπίτι στο λόφο. Όμως είχαν ένα πρόβλημα, δεν είχαν κώλο. Δεν μπορούσαν να κάτσουν καλά και πονούσαν τα κόκκαλά τους. Έτσι, μια μέρα απόφάσισαν να χωριστούν και να γυρίσουν όλο το κόσμο ψάχνοντας λύση στο πρόβλημά τους. Υποσχέθηκαν σε ένα χρόνο να επιστρέψουν στο σπίτι τους για να δουν τι είχαν καταφέρει.
Πράγματι, μετά από ένα χρόνο τα τρια αδέρφια συναντήθηκαν στο σπίτι τους. Ο μεγαλύτερος αδερφός κάθεται σε μια καρέκλα και ακούστηκε ένας μεταλλικός θόρυβος.
- Τι να σας πω; Έψαξα από εδω, έψαξα από εκεί, άλλη λύση δε βρήκα. Έγινα μεταλλουργός και μου έφτιαξα ένα χάλκινο κώλο. Σκουριάζει, βέβαια, και είναι βαρύς αλλά...τι να κάνεις;
Ο άλλος αδερφός κάθεται και αυτός σε μια καρέκλα.
- Τι να σας πω; Το έψαξα από εδώ, το έψαξα από εκεί άλλη λύση δε βρήκα. Κόβω τους κώλους των άλλων. Βέβαια, σαπίζουν και πρέπει να βρω άλλο αλλά...τι να κάνεις;
Ο μικρότερος αδερφός τους κοίταξε με απορία. Έβγαλε ένα μαξιλάρι και έκατσε.

Τρίτη, Μαρτίου 06, 2007

Το θέατρο του παραλόγου

Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι πίστευαν ότι το θέατρο είναι ψυχαγωγία, είναι εκπαίδευση, είναι θεραπευτήριο. Αν έβλεπαν τις τιμές για μια καλή παράσταση σήμερα θα πρόσθεταν ότι είναι κλεψιά. Ήθελα πολύ να δω τη συγκεκριμένη παράσταση, αλλά το πορτοφόλι μου δε μπορούσε να συμβιβαστεί με την ιδέα. Και συνήθως είναι αυτή η άρνηση από το πορτοφόλι που σε κάνει να κάνεις κάτι πραγματικά ηλίθιο. Αποφάσισα, λοιπόν, κάτι πραγματικά ηλίθιο.
Κοιμήθηκα όλη την μέρα, ήπια πορτοκαλάδες και εφοδιάστηκα με γλυκά (όχι σοκολάτες, φυσικά, ακυρώνουν τις δυνάμεις μου). Και όλα αυτά γιατί; Γιατί θα έμπαινα στο θέατρο αόρατή. Το είχα αποφασίσει, το είχα σχεδιάσει. Για πρώτη φορά θα χρησιμοποιούσα την δύναμη, που είναι η καλύτερη, αλλά με εξαντλεί εύκολα. Θα έμπαινα μέσα αόρατη, θα έβρισκα μία ήσυχη γωνίτσα και μετά θα έπαιρνα την πραγματική μου μορφή και θα έβλεπα ήσυχα - ήσυχα την παράσταση. Πόσο δύσκολο μπορεί να ήταν;
Αρκετά. Μια ακριβή και πρωτοποριακή παράσταση είναι σαν μέλι για τις μύγες. Ή καλύτερα η βοσκή για τα πρόβατα. Γιατί σαν πρόβατα είχαν στηθεί μπροστά τις πόρτες ορδές καλοντυμένων Αθηναίων.
Εμπόδιο 1ο: Να μπεις χωρίς να αγγίξεις κανένα. Έκανα υπομονή και έκατσα στο τέλος της ουράς. Θα έμπαινα όταν θα είχαν μπει όλοι. Αυτό σήμαινε να κάτσω αμίλητη για αρκετή ώρα ακούγοντας για τα πιο γελοία θέματα του κόσμου. Από το καινούργιο ρίμελ μέχρι την νέα κολεξιόν του De la Renda (ο οποίος μάλλον είναι ημίθεος σε επίπεδο Ηρακλή). Και να μην μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό.
Εμπόδιο 2ο: Να βρω την ριμάδα την θέση. Έκατσα για λίγο όρθια και περίμενα. Αν ήταν τόσο πρωτοποριακή όσο υποσχόταν εντός δεκάλεπτου θα άρχιζαν οι άτακτες υποχωρήσεις. Ευτυχώς, ήταν. Ήπια μια πορτοκαλάδα στα γρήγορα, γιατί αν κάποιος έβλεπε ένα κουτάκι να πετιέται μόνο του στον αέρα η παράσταση θα ερχόταν σε δεύτερη μοίρα.
Εμπόδιο 3ο : Η θέση ήταν τρίτη από το διάδρομο. Πώς θα καθόμουν χωρίς να με καταλάβουν; Επιστράτευσα την υποβολή μου μιλώντας στο ζευγαράκι που καθόταν στις ακριανές θέσεις. «Μάζεψε τα πόδια σου, μωρή!». Τα μάζεψε ο τύπος που καθόταν δίπλα της, οπότε φαντάζομαι ότι δεν θα έκανε σεξ εκείνο το βράδυ.
Εμπόδιο 4ο: Δεν μπορούσα να εμφανιστώ έτσι απροειδοποίητα και αναγκαστικά περίμενα μέχρι το διάλλειμα μπας και πήγαιναν για τσιγάρο. Η υπομονή πάει πακέτο με τις εκφράσεις «γαϊδουρινή υπομονή» και «χάνω την υπομονή μου». Μιας και ήταν αδύνατο να υπάρχει εντός της αιθούσης τετράποδο γαϊδούρι, γιατί από δίποδα να φαν και οι κότες (αλήθεια τρώνε τόσο οι κότες;), ίσχυσε η δεύτερη εναλλακτική.
Αποτέλεσμα: Είτε επειδή λιποθύμησα είτε επειδή η παράσταση ήταν πολύ πρωτοποριακή, με την κακή έννοια, με ξύπνησε η κοπέλα και η μωρή από δίπλα όταν πια είχε τελειώσει.
Συμπέρασμα: Αν είστε αόρατοι μην πάτε θέατρο! Καθίστε σε μια γωνία και τσιμπήστε κωλαράκια. Έχει πιο ενδιαφέρον, μωρή!

Τρίτη, Φεβρουαρίου 27, 2007

Villain

Συνήθως αυτόν τον τύπο τον συναντάς μετά από ένα διήμερο ιρανικού πειραματικού κινηματογράφου στο πιο κοντινό μπαρ. Μετά από μια τέτοια δοκιμασία, χρειάζεσαι επειγόντως ένα ποτό. Εκείνος θα είναι εκεί και θα κρατάει περισπούδαστα ένα ποτήρι ουίσκυ. Θα μιλάει με βραχνή φωνή, δε θα φωνάζει αλλά θα μιλάει αρκετά δυνατά ώστε να ακούγεται σε όλους. Περιληπτικά θα επαναλαμβάνει ότι έχει φάει τη ζωή με το κουτάλι.
Εδώ θέλω να κάνω μια παρένθεση. Δεν καταλαβαίνω από που βγήκε αυτή η μεταφορά. Το να τρως κάτι με κουτάλι σημαίνει ότι αυτό το κάτι είναι πιθανότατα σούπα. Το να υπονοείς ότι η ζωή είναι σούπα δεν είναι καλό πράγμα γιατί η σούπα παραπέμπει σε κρυολόγημα, κόψιμο, νοσοκoμείο ή Αγγλία. Πάντα είχα την εντύπωση ότι η ζωή τρωγεται με μαχαιροπίρουνα. Είναι μια ζουμερή μπριζόλα που την καρφώνεις γερά με το πιρούνι ενώ ταυτόχρονα κόβεις με το μαχαίρι το κομμάτι που θες.
Πάντως εκείνος θα την έχει φάει με το κουτάλι. Και αυτό το κουτάλι θα έχει πάει στα πιο απίθανα μέρη του κόσμου: Γη του Πυρός, Γουαδελούπη, Πράσινο Ακρωτήρι. Εκεί θα έχει συναντήσει σοφούς και σαμάνους, οι οποίοι θα τον έχουν εμποτίσει με τη σοφία της ζωής.
Πέτυχα και εγώ έναν τέτοιο τύπο. Άκουγα την βραχνή φωνή του - πρέπει να μιλάει πάνω από 5 ώρες την ημέρα - και εντυπωσιαζόμουν. Μπορούσα άλλωστε να είμαι σίγουρη ότι δεν λέει μαλακίες αφου τον άκουγα καθαρά. Είναι και η μοναδική χρησιμότητα αυτή της δύναμης: δεν ακούω όταν ο άλλος λέει μαλακίες άρα ξέρω πότε δεν λέει. Τον παρακολούθησα και έπιασα κουβέντα μαζί του. Μου διηγήθηκε την ζωή του και όλα τα απίθανα που του έχουν συμβεί στα πέρατα του κόσμού. Και μπήκα σε σκέψεις για τη δική μου ζωή.
Άρχισα να αναρωτιέμαι αν έχω κάνει τις σωστές επιλογές. Μήπως είχα εγκλωβίσει τον εαυτό μου σε μια άχρηστη βλακεία; Έπρεπε να τα παρατήσω όλα και να ταξιδέψω αποκτώντας σοφία; Πέρασα μέρες μέσα σε βαθιά κατάθλιψη κατηγορώντας τον εαυτό μου για την δειλία του. Είχα απελπιστεί αφού δε θα έφτανα ποτέ στην συνειδητοποίηση του τι είναι σημαντικό στη ζωή. Και έκλαψα για την άχαρη ζωή μου.
Μετά από καιρό, μετά από ένα φεστιβάλ θιβετιανού ντοκιμανταίρ για τα λάμα, πήγα στο κοντινό μπαρ. Εκείνος ήταν εκεί, μιλούσε με την βραχνή φωνή του. Η καρδιά μου σφίχτηκε από απελπισία. Τον πλησίασα και αρχίσαμε να μιλάμε. Στο τέλος συνειδητοποίησα έντρομη ότι κάποιοι μπορεί να έχουν ανοσία στη δύναμή μου.
Δεν μου πήρε ώρα να καταλάβω ότι ο άνθρωπος αυτός έλεγε μαλακίες. Ήταν από μεσοαστή οικογένεια, βολεμένος στο Ψυχικό, δημόσιος υπάλληλος με μέσο και μόνος. Δεν είχε οικογένεια αλλά αόριστους φίλους. Ίσως γι' αυτό μόνη του χαρά ήταν το ποτό.
Από τότε είμαι προσεκτική. Οι μαλάκες είναι μια ύπουλη φυλή που μπορούν να ξεγέλάσουν τις δυνάμεις μου. Έχουν την ικανότητα να κρύβονται και να καμουφλάρονται σε σοβαρούς ανθρώπους με βαθυστόχαστες απόψεις. Μαλάκες υπάρχουν παντού! Φυλαχτείτε!

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 22, 2007

Φόνος

Δε το πιστεύεις το ξέρω. Σου φαίνομαι τόσο αστεία και χαριτωμένη. Μοιάζω αβοήθητη και χαμένη, σχεδόν παγιδευμένη σε ένα σώμα που δεν ελέγχω. Γελάς με τα μικρά μου παθήματα και κοροϊδεύεις τις ατυχίες μου. Είσαι σίγουρος ότι δεν υπάρχω. Και όμως, είμαι ικανή για φόνο. Πώς το ξέρω;
Πριν λίγο καιρό, κάποιοι μετακόμισαν στο διπλανό διαμέρισμα. Κοίταξα και είδα ένα ζευγάρι και τους παρακολούθησα για λίγο. Μετά την πρώτη περιέργεια, τους ξέχασα.
Μετά από μερικά βράδια, όμως, ξύπνησα από φωνές και κραυγές. Ένας άγριος καυγάς είχε ξεσπάσει από δίπλα. Μάλλον όχι καυγάς αφού άκουγα μόνο εκείνον να φωνάζει και να την βρίζει με το χειρότερο τρόπο. Δεν θέλησα να κοιτάξω μέσα από τον τοίχο για να δω τι γίνεται. Και μετά ένας πνιχτός ήχος και ένα μουγκρητό. Ησυχία! Το επόμενο πρωί την είδα. Τα χείλη της ήταν πρησμένα και το μάτι της ήταν μελανιασμένο. Δαγκώθηκε και προσπάθησε να κρυφτεί.
Έκανα αυτό που κάνουν όλοι. Τίποτα. Ένα βράδυ ξέσπασε ένας ίδιος καυγάς. Τον άκουγα να την χτυπά και να την βρίζει χυδαία. Ήμουν έτοιμη να κλείσω τ’ αυτιά και ν’ αλλάξω δωμάτιο όταν την άκουσα να του φωνάζει «Σταμάτα! Αίμα! Το παιδί μου!». Κοίταξα μέσα από τον τοίχο και την είδα να είναι διπλωμένη στα δύο, μελανιασμένη από τις γροθιές να του δείχνει το ματωμένο της χέρι. Από την διαχειρίστρια έμαθα ότι ήταν έγκυος και είχε αποβάλει.
Τον εγκατέλειψε και δεν την είδε ξανά κανείς.
Αυτή την φορά ήμουν αποφασισμένη να φτάσω στα άκρα. Ένιωθα υπεύθυνη για ό,τι είχε συμβεί και που δεν είχα εμποδίσει. Δεν θα το επέτρεπα ξανά.
Εκείνο το βράδυ ήταν μόνος, το ήξερα καλά. Τον παρακολουθούσα μέσα από τον τοίχο να αλλάζει, να τρώει, να χέζει. Σαν να μην συνέβαινε τίποτα, σαν να μην είχε κανένα βάρος στη συνείδησή του. Βγήκα από το διαμέρισμα και χτύπησα την πόρτα του.
Μου άνοιξε με το βρώμικο σώβρακο και το σκισμένο φανελάκι. Με κοίταξε με ένα ύφος σαν να πάτησε σκατά. Αλλά δεν είχε καμιά ελπίδα απέναντι στη δύναμη της υποβολής μου. Του είπα να μου ανοίξει και εκείνος πειθήνια μου άνοιξε. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Έβγαλα το πιστόλι και τον έβαλα να το πάρει. Εκείνος το κράτησε και με κοιτούσε με ένα άδειο βλέμμα.
Είχα σκεφτεί τόσες φορές αυτό που πήγαινα να κάνω. Το είχα φανταστεί ξανά και ξανά με λεπτομέρεια, ώστε όταν θα ερχόταν η ώρα να μην δίσταζα καθόλου. Παρόλαυτά δίσταζα, δεν ήταν λίγο αυτό που ετοιμαζόμουν να κάνω. Δεν ήξερα αν θα μπορούσα να ζήσω με αυτό το βάρος. Όμως σκλήρυνα το βλέμμα και έδωσα με απόλυτη αυτοσυγκέντρωση την εντολή.
Το είχα φανταστεί και όταν το σχεδίαζα έμοιαζε απλό. Όμως τελικά δεν ήταν. Τον έβαλα να βγάλει όλα του τα ρούχα και μετά να σκύψει και να βάλει το όπλο στον κώλο του.
Τώρα αυτό είναι άλλο να το σχεδιάζεις και άλλο να το υλοποιείς. Το διαμέτρημα του όπλου που είχα υποβάλει τον πωλητή στο οπλουργείο να μου δώσει, ήταν μεγάλο. Πριν του ασκήσω την υποβολή δεν μπορούσα να τον ρωτήσω.
- Και να σας πω, ποιο από όλα αυτά πιστεύετε ότι χωράει σε κωλοτρυπίδα;
Έτσι έμεινα να παρακολουθώ με απελπισία έναν γυμνό άνδρα στο διαμέρισμα ο οποίος ίδρωνε να χώσει ένα πιστόλι στο κώλο του με το χέρι στην σκανδάλη. Κάθε ατμόσφαιρά νουάρ χάθηκε και έτσι δεν κατάφερα να γίνω δολοφόνος.
Όσο για τον τύπο, τον έβαλα να πάει ολόγυμνος σε γνωστό gay μπαρ.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 18, 2007

Στο ντιβάνι

Αποφάσισα να κάνω ψυχανάλυση. Και το άργησα εδώ που τα λέμε. Εμ, βέβαια. Αναπτύσσω υπερανθρώπινες δυνάμεις, ζω κάθε μέρα βλέποντας μακρυά και μέσα από τοίχους, ενώ ταυτόχρονα δεν μπορώ να ακούσω μαλακίες. Τον χρειάζομαι επειγόντως τον ψυχαναλυτή μου. Από την άλλη, τους φοβάμαι. Πας εκεί, ξαπλώνεις ήσυχα – ήσυχα στον ωραίο και αναπαυτικό καναπέ και σου κάνει ένας τύπος αθώες ερωτήσεις. Και μετά από λίγο σου βγάζει το πόρισμα. Και έχουν πάντα δίκιο, έτσι μου είπανε:
- Και πότε αποφάσισες να σκοτώσεις την αδερφή σου;
- Μα, γιατρέ. Δε θέλω να σκοτώσω την αδερφή μου.
- Είπες «γάλα» και «μαϊντανός». Είναι σαφές ότι θες να σκοτώσεις την αδερφή σου.
- Γιατρέ, με ρωτήσατε τι αγόρασα χτες στο super-market.
- Και γιατί είπατε ότι αγοράσατε «γάλα» και «μαϊντανό»;
- Μα, αφού εσείς…Ω! Καλά, έχετε δίκιο. Θέλω να την σκοτώσω την άτιμη.
Επειδή φοβόμουν ότι μπορεί και να αποκαλυφθεί το μυστικό μου, μελέτησα. Και μετά από προσεκτική έρευνα αποφάσισα να μην πάω. Θα εξηγήσω αμέσως γιατί.
Ο Φρόιντ είχε έναν ασθενή, τον δικαστή Σρέμπερ, ο οποίος σε ηλικία 53 ετών τα’ παιξε – είμαι σίγουρη ότι υπάρχει ένα επιστημονικός όρος γι’ αυτό αλλά δεν τον ανακαλώ. Αρχικά πίστευε ότι τον βασανίζουν και τον ταλαιπωρούν. Πίστευε βαθιά μέσα του ότι ο γιατρός του, τον μαχαίρωνε και του έβαζε στο σώμα αιχμηρά αντικείμενα. Όταν βαρέθηκε αυτό το μοτίβο, άλλαξε παράνοια. Υποστήριζε ότι θα έσωζε τον κόσμο και θα χάριζε την ευδαιμονία στους ανθρώπους. Για να γίνει όμως αυτό, έπρεπε από άνδρας να γίνει γυναίκα. Έτσι θα μπορούσε να μείνει έγκυος από τις θεϊκές ακτίνες και θα κυοφορούσε την νέα φυλή. Το συμπέρασμα του Φρόιντ; Ότι είναι ερωτευμένος με τον γιατρό του.
Αν πάω, λοιπόν, εγώ και πω όσα μου συμβαίνουν, δεν πρόκειται να βρω λύση. Το πολύ-πολύ να βγω λεσβία. Άντε ότι θέλω να σκοτώσω την αδερφή μου –που σημειώτεον δεν έχω.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 04, 2007

Μόνο ο Χριστός σώζει.

Δεν είναι τυχαίος ο τίτλος. Είμαι γύρω στα 16. Έχω πάει με την παρέα μου στου Μάκη - Κληματαριά ή Klimataria για τους τουρίστες - στην Πλάκα. Το κρασί έρεε άφθονο, ακόμη και για τα μέτρα μου - δεν πίνω, είμαι ξενέρωτη κυριολεκτικά. Είχα πιει τόσο ώστε μπορούσα απο πρώτο χέρι να διαβεβαιώσω τον Γαλιλαίο "Ναι, γυρίζει". Απελπισμένη προσπαθώ στις Στήλες του Ολυμπίου Διός -πώς βρέθηκα εκεί μην ρωτάς - να βρω ταξί. Κάτι κόκκινο ξεχωρίζει κάπου στον κόσμο που στροβιλίζεται γύρω μου. Μου τραβά την προσοχή και διασχίζω με πραγματικό κίνδυνο της ζωής μου τον δρόμο. Don' t try this at home,. Το να διασχίζεις στουπί την Αμαλίας Σάββατο βράδυ είναι μια πρόκληση στην γνωστή ρήση "Αν δεν είναι η ώρα σου...", με οδηγούς πιο μεθυσμένους από εσένα που παλεύουν να αποδείξουν ότι δεν έχουν καμία σχέση με τους αρχαίους ημών προγόνους.
Τα καταφέρνω και αλώβητη στην απέναντι πλευρα για να διαβάσω την φωτεινή επιγραφή στην οποία τρέχουν κόκκινα γράμματα. Ξέρεις αυτές που χάζευες παιδί αγωνιώντας να προλάβεις να διαβάσεις "Φωτογραφίες ταυτότητες σε 1΄ λεπτό Αθήνα 22:34 24C" προσπαθώντας να συνδέσεις μεταφυσικά όλες αυτές τις πληροφορίες. Θέλω να πάρω ένα τέτοιο και να γράφω "Τι κοιτάς, ρε;" ή "Πωλείται ελαφρώς μεταχειρισμένη βούρτσα". Το μήνυμα που με έσυρε στην άλλη άκρη της Ιθάκης μου δεν έγραφε την ώρα, αλλά "Μόνο ο Χριστός σώζει". Πράγματι, βρήκα αμέσως ταξί.
Γιατί το θυμήθηκα αυτό όλο; Γι' αυτό.
Τι είναι αυτό; Το απαύγασμα της βυζαντινής μεγαλοπρέπειας. Κατεβάζεις ένα wallpaper στο κινητό σου να σε φυλάει - αν έλεγε ότι φυλάει το κινητό σου θα είχε μεγαλύτερη επιτυχία. Οι τιμές είναι ίδιες, πράγμα βολικό. Καλο deal είναι η Παναγία η Γλυκοφιλούσα γιατί παίρνεις δύο στην τιμή του ενός. Εδώ που τα λέμε όμως οι όσιοι δεν μπορεί να χρεώνονται το ίδιο με τους αγίους. Άραγε έχουν και ringtones; "Στο top 5 Η ζωή εν τάφω και Το τροπάριο της Κασσιανής (Tiesto mix)".
Κοίτα, επειδη σε ξέρω καλά και εσύ τώρα γελάς, σκέψου το λίγο. Για 1.43 συμφέρει. Βάζεις wallpaper τον Άγιο Πέτρο ή τον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσσο - να στηρίξουμε τους μετανάστες. Αν θες να είσαι trendy βάζεις τον πιο μοντέρνο όσιο Παϊσιο. Καλού κακού, ποτέ δεν ξέρεις. Εδώ σου λέει "Μόνο ο Χριστός σώζει" και βρίσκεις ταξί Σάββατο βράδυ.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 31, 2007

Είχα δουλειές...

...και γι' αυτό δεν έχω γράψει τόσο καιρό. Πρέπει να ομολογήσω ότι αυτό το καιρό είχα μια πολύ σπουδαία δουλεία. Ο κόσμος κινδύνευε από την μανία ενός παρανοϊκού επιστήμονα. Η ανθρωπότητα με είχε ανάγκη και εγώ δεν δίστασα να βάλω ακόμα και την ίδια μου τη ζωή σε κίνδυνο. Παρακολούθησα το εργαστήριο με την υπερφυσική μου όραση, κατάλαβα όλα τα μυστικά. Μετά γλύστρησα αόρατη μέσα στο χώρο και παρατήρησα από κοντά τις ενέργειες του επιστήμονα. Και όταν έκρινα ότι η στιγμή ήταν κατάλληλη, επηρέασα με την δύναμη της υποβολής μου τον παρανοϊκό επιστήμονα και απέτρεψα τα καταστροφικά σχέδιά του.
Στην πραγματικότητα - εδώ συνήθως μπαίνει η λέξη "θλιβερή" - είχα δουλειές. Αλλά δουλειές του σπιτιού. Είχα να πλύνω, να καθαρίσω, να ξέσκονίσω, να τρίψω, να γυαλίσω, να σκύψω στα πατώματα και να τα κάνω ν' αστράφτουν. Που θες να βρω χρόνο για τέχνη, λοιπόν; Διαπίστωσα όμως ότι η τέχνη είναι για δύο κατηγορίες ανθρώπων: τους πλούσιους και τους μποέμ - και τους βρωμιάρηδες αλλά τείνουμε να τους μπερδεύουμε με τους τελευταίους. Και εξηγούμαι.
Ο πλούσιος έχει την παραδουλεύτρα, την δούλα, την οικονόμο, η οποία του καθαρίζει και φροντίζει το γραφείο που γράφει να είναι πάντα καθαρό και το τσάι να σερβίρεται στις 5.
Γιατί φαντάσου τώρα πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν ο Σοφοκλής έλεγε "Έρως ανίκατε ... Τι να γράψω τώρα; Ωχου άστο για αργότερα, έχω να τινάξω τα χαλιά". Τι θα ήταν το ανθρώπινο πνέυμα αν ο Σαίξπηρ απορούσε "Να ζει κανείς ή να μη ... Αουτς! Τρυπήθηκα. Μαρτύριο το μαντάρισμα".
Από την άλλη ο μποέμ, δεν αγχώνεται με την βρώμα και αντιμετωπίζει με ψυχραιμία την σαλμονέλα. Συχνά γράφει και σχεδιάζει στην σκόνη. Άλλωστε στο σπίτι δεν είναι ποτέ μόνος αφού διάφορα ζωύφια κάνουν πάρτυ στο σπίτι. Έτσι, την επόμενη φορά που θα ακούσεις για τον δείνα μποέμ τύπο που πέθανε από ναρκωτικά, θα ξέρεις την αλήθεια.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 03, 2007

Ασανσεράτο

Άκουγα τον καινούργιο δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Παρεπιπτόντως να τον πάρεις, είναι πιο πανηγυρτζίδικος. Είμαι σίγουρη ότι δε θα γίνει μεγάλη επιτυχία στην Proxima του Κένταυρου όπως "Η Βροχή από κάτω" αλλά εμένα (που είμαι γήινη) μου αρέσει. Τέλοσπάντων, έπιασα τον στίχο "σαν την αμηχανία στους ανελκυστήρες". Σας προκαλώ, φίλοι αναγνώστες (και τους πέντε σας), σκεφτείτε τη σοφία του στίχου. Βέβαια εγώ μένω σε πολυκατοικία χωρίς ασανσέρ. Εκεί υπάρχει αμηχανία όταν ανεβαίνεις και συναντάς κάποιον και προσπαθείς να μην δείχνεις τόσο λαχανιασμένος, πετώντας ένα ξεψυχισμένο "Γειά σας". Όμως δεν είναι το ίδιο όπως όταν βρίσκεσαι σ' έναν τόσο περιορισμένο χώρο και για ελάχιστα λεπτά είσαι μαζί με κάποιον.
Αμίμητα κοινότυπες συζητήσεις διαμείβονται σ' ένα ασανσέρ:
Αν γνωρίζεις τον συνεπιβάτη σου
1.
-Καλημέρα.
-Καλημέρα.
(παύση-άφιξη στον όροφο)
-Καλημέρα.
-Καλημέρα.
2.
-Καλημέρα.
-Καλημέρα. Η μαμά καλά;
-Καλά.
-Μπράβο (στη μαμά που είναι καλά υποθέτω).
(παύση-άφιξη στον όροφο)
-Χαιρετίσματα στη μαμά.
-Ευχαριστώ.
Κάτι τέτοιες στιγμές η κουτσομπόλα της γειτονιάς φαντάζει όαση.
3.
-Καλημέρα.
-Ε! Καλημέρα τώρα. Εσύ γύρισες χτες στις 3.36. Πώς και νωρίς ξύπνημα; Ήσουν χτέςμε το αγόρι που έχω δει να σε αφήνει με την μηχανή (αριθμός πινακίδων ΙΕΚ 15679)...
(χωρίς παύση-άφιξη στον όροφο)
-...και η Κούλα στον 3ο δεν τον άφησε να...
Αν ο συνεπιβάτης είναι άγνωστος
1. Μη αυτόματο ασανσέρ
-Σε ποιόν όροφο πάτε;
-Στον 4ο.
-Εγώ στον 2ο. Θα κατέβω πριν από εσάς.
2. Αυτόματο ασανσέρ
-...
-...
Καταλήγουμε, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι η τεχνολογία σκοτώνει την επικοινωνία.
Εμένα το πιο αξιόλογο που μου έχει συμβεί είναι όταν είχα μπει σε ένα αυτόματο ασανσέρ και μου κάνει ο τύπος
-Εγώ πάω στον 3ο.
Και' γω σκέφτηκα "Στ' αρχίδια μου". Αυτός έπιασε τ' αρχίδια του, αλλά τότε δεν ήξερα για την δύναμη υποβολής μου και τον πλάκωσα στο ξύλο. Αν διαβάζει, ζητώ συγγνώμη!

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 13, 2006

Ο Επικίνδυνος Βοσκός

Είμαι τρομοκρατημένη. Ζω στην πόλη όλη μου τη ζωή. Πάντα η επαρχία και ιδιαίτερα η φύση ήταν για μένα ένα βασίλειο που επιβουλευόταν την υγεία μου, με τα χιλιάδες μικρά ζωύφια και τα ενοχλητικά φυτά. Και όλο αυτό το οξυγόνο... Φρίκη. Παρολαυτά θεωρούσα ότι ήταν ένα ασφαλές μέρος με μοναδική απειλή εξωπραγματικές μέλισσες, που συχνά έπαιρναν στο μυαλό μου οργουελικές διαστάσεις (δεν μιλάω για το πόσο χοντρός ήταν φυσικά). Όμως όσο η φύση ήταν μια συνεχής μάχη για επιβίωση, οι ανθρωποι φάνταζαν καλοκάγαθοι. Ξέρεις, φαφούτες γιαγιάδες που σε φιλεύουν καλούδια, φαφούτιδες γέροι που σου λένε ιστορίες σε άγνωστες γλώσσες. Το χειρότερο που μπορούσες να φανταστείς είναι ότι η οδοντιατρική είναι μια επιστήμη τόσο άγνωστη όσο και η οδοντόβουρτσα.
Όμως τώρα τα πάντα άλλαξαν. Έπαψα να γελάω με τις απίθανες ιστορίες του Στίβεν Κινγκ, όπου όλα τα κακά συμβαινουν σε αμερικανικές κωμοπόλεις. Ούτε και ο Λαβκραφτ μου φαίνεται και τόσο αστείος (καλά όχι ότι γέλασα ποτέ με το "Πλάσμα στο κατώφλι"). Η επαρχία είναι μια επικίνδυνη περιοχή που κάνει τα Zara στις εκπτώσεις να μοιάζουν με βόλτα στο πάρκο. Εκεί, ημίτρελοι (το ήξερα ότι τόσο οξυγόνο δεν κάνει καλό) βοσκοί σκοτώνουν αθώους κυνηγούς. Πώς μπορούν οι δυνάμεις μου να αντιμετωπίσουν αυτήν την απειλή; Αν γίνω αόρατη θα με μυρίσουν τα τσοπανόσκυλα. Και δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω την υποβολή μου γιατί δεν μιλάω την άγνωστη -να τολμήσω να πω εξωγήινη- γλώσσα τους. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να μη ξεχάσω το μοναδικό πράγμα που μπορεί να μου σώσει τη ζωή: "ΝΑ ΜΗΝ ΠΑΤΗΣΩ ΠΟΤΕ ΤΟ ΤΡΙΦΥΛΛΙ".

Δευτέρα, Οκτωβρίου 23, 2006

Αισιοδοξία

Οι δυνάμεις μου έχουν αρχίσει να γίνονται πολύ χρήσιμες στην νυχτερινή μου έξοδο. Και χρησιμοποιώ όχι τυχαία τον ενικό, καθώς πρόκειται για σπάνιο φαινόμενο. Θα φταίνε τα παραμύθια στα οποία τα φρικιαστικά πράγματα συνέβαιναν νύχτα. Βέβαια τα πιο ειδεχθή εγκλήματα λάβαιναν χώρα στο φως της μέρας. Ας πούμε την καταβρόχθισε ο λύκος μέρα μεσημέρι, και λίγο αργότερα τον ξεκοίλιασε δημόσια ο κυνηγός. Τώρα που το σκέφτομαι χρειάζεται άπλετο φως για να κάνεις σωστή δουλειά. Ενώ τη νύχτα δε βλέπεις και κάνεις τσαπατσουλιές, μια στο κεφάλι και έξω από την πόρτα. Το περίφημο ρητό «της νύχτας τα καμώματα, τα βλέπει η νύχτα και γελά» θα το έβγαλε κανένας απογοητευμένος κακοποιός.

Anyway, που θα έλεγαν και οι αρχαίοι υμών πρόγονοι, εγώ δε βγαίνω πολύ. Και όταν λέω βγαίνω εννοώ αυτά τα στενάχωρα μπαράκια-σαρδελοποιεία ή τα τεράστια club. Κοινό χαρακτηριστικό είναι ότι η σχέση έντασης μουσικής και κεφιού είναι αντιστρόφως ανάλογη. Εγώ ελέγχω το χώρο μέσα από τους τοίχους και όπου δω κάποιο πολυπόθητο κενό οδηγώ τους φίλους μου εκεί σαν άλλος Μωυσής. Εδώ τελειώνει και η συμβολή μου. Τι να κάνουν και οι καημένες οι δυνάμεις μου για τις ανθρώπινες σχέσεις που περνάνε κρίση;

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 29, 2006

Διάγνωση γιατρού

Θα αναρωτιέσαι τι συνέβη και ωρύομαι, τρόπος του λέγειν, για αυτό που μου συνέβη. Δεν μπορεί να είναι τόσο σοβαρό και μία κοπέλα με τα δικά μου προσόντα (διαστάσεις επιφυλάσσομαι ν' αποκαλύψω) θα έπρεπε να είναι πιο ψύχραιμη. Αυτό δε σκέφτεσαι; Ε! όχι λοιπόν δεν είναι τόσο απλό. Και εξηγούμαι.
Υπάρχει μία λέξη που κυριαρχεί ανάμεσα στις κοντά 6.000.000 λέξεις της ελληνικής. Και κυριαρχεί με το σπαθί της, κύριε. Έχει μια τέτοια δύναμη που μπορεί να αναφερθεί σε όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η έννοια που εκπροσωπεί είναι πολυσύνθετη και συχνά αόριστη, καταφέρνει εντούτοις να υπερνικήσει αυτό το εμπόδιο και καθιστά σαφές το κάθε συγκείμενο. Δε θα σε κουράσω άλλο, αγαπητέ αναγνώστη. Η λέξη αυτή είναι.........η μαλακία (και τα παράγωγά της).
Ναι, ξέρω πως αυτή η ανακοίνωση ίσως αντιμετωπιστεί μα δυσπιστία. Θα στηρίξω το επιχείρημά μου με ένα ελάχιστο δείγμα.
Η λέξη Μαλακία είναι εύχρηστη σαν:

-Ρήμα:
"Καλά, ρε, μαλακίζεσαι τόση ώρα;"
-Επίρρημα:
"Φέρθηκε μαλακισμένα".
-Ουσιαστικό: ο μαλάκας
"Άσε, ρε, για μαλάκες ψάχνεις;"
-Ουσιαστικό: η μαλακία
"Μα τι μαλακίες κάνεις;"
-Ουσιαστικο ως επίθετο:
"Μαλακία ταινία!"
-Μετοχή:
"Έλα δω, ρε μαλακισμένο".

Επίσης η λέξη Μαλακία συναντάται σε πολλές ανθρώπινες δραστηριότητες:
-Μαγειρική:
"Μαλακία φαγητό"
-Πολιτική:
"Βγαίνει ο κάθε ένας και λέει τη μαλακία του".
-Αθλητικά:
"Αν δεν έκανε μαλακίες, θα το είχαμε πάρει το ματσάκι".
-Σχέσεις
"Το παλικάρι είναι τελείως μαλάκας".
-Πολιτισμός:
"Φταίνε αυτοί οι μαλάκες στην τηλεόραση".

Όπως φαντάζεστε θα μπορούσα να μακρυγορήσω εκθέτοντας πλείστα όσα παραδείγματα τα οποία και θα απόδείκνυαν την ισχύ που έχει αποκτήσει στην καθημερινότητά μας αυτή η λέξη. Και όχι τυχαία, φυσικά. Άλλωστε τα περισσότερα από αυτά που μας περιβάλλουν μπορούν να χαρακτηριστούν ώς μαλακίες. Θα μου πείτε που έρχεται και δένει το δίκό μου πρόβλημα. Θα εξηγηθώ αμέσως και με σαφήνεια.
ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΑΚΟΥΣΩ ΜΑΛΑΚΙΕΣ!
Αυτό δε το εννοώ με την έννοια της αγανάκτησης. Απλά όταν κάποιος π.χ. μιλάει για τον καιρό τον ακούω κανονικά. Όταν αρχίσει τα πολιτικά, τα αθλητικά με απόψεις που θα υπέπιπταν στο χαρακτηρισμό μαλακισμένες, τότε βλέπω το στόμα του να ανοιγοκλείνει αλλά δεν τον ακούω. Όπως καταλαβαίνεις γύρω μου πολλοί ανοιγοκλείνουν τα στόματά τους.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 17, 2006

Επίσκεψη στο γιατρό

Εντάξει το να βλέπω μακρυά το ελέγχω, το να βλέπω μέσα από πράγματα αρχίζω να το μαθαίνω (και να πάψω πλέον να βλέπω ζαρωμένες πούτσες και πεσμένα βυζιά) και όσο για τον έλεγχο της βούλησης έπαψα να κάνω τον Τζεντάι. Αλλά αυτό το τελευταίο δεν θα το αντέξω...
Στην αρχή νόμιζα ότι έχω κάποιο πρόβλημα. Τι να πω; Πανικοβλήθηκα. Η καθημερινότητά μου είχε μεταβληθεί σε εφιάλτη. Ήμουν ανίσχυρη. Έκατσα λοιπόν ήσυχα στον προθάλαμο του ιατρείου ρίχνοντας κλεφτές ματιές από τον τοίχο μέσα στο ιατρείο. Ξέρω ότι είναι το χειρότερό σου. Έχω την αίσθηση ότι όλοι οι μεγάλοι μετρ του τρόμου (μια ορολογία που θα ήθελα πολύ ν' αναλύσω) κάθονται χαιρέκακα σε προθαλάμους ιατρείων. Όχι νοσοκομείων, υπάρχει μια μαζικοποίηση που παραπέμπει σε πόλεμο. Μιλάμε για χωλ ιατρείου, όπου κάθεσαι ιδρώνοντας και σηκώνεσαι όταν ακούγεται από το βάθος το δυσοίωνο "Ο επόμενος". Και ο προαναφερθείς μετρ αποτυπώνει με μανία την έκφραση σου όταν μπαίνεις. Αυτή την γεμάτη άγχος και αγωνία που προσπαθεί μάταια να κρυφτεί πίσω από την ενδεδειγμένη ευγένεια.
Με αυτήν την έκφραση σε μια παραλλαγή της: του πανικού, μπήκα στο ιατρείο. Εξήγησα στο γιατρό τα συμπτώματα.
- Και πότε άρχισαν τα προβλήματα;
-Βασικά στην τηλεόραση. Εκεί που έβλεπα, κάποια στιγμή κόπηκε ο ήχος. Λέω, εντάξει, έκατσα πάνω στο τηλεκοντρόλ. Όμως απλά δεν άκουγα. Μετά ήταν λίγο μυστήριο. Κάποια τα άκουγα καποια όχι.
- Μονο στην τηλεόραση συνέβη αυτό;
- Όχι δυστυχώς. Μου συμβαίνει όλο και πιο συχνά τελευταία. Είτε μιλάω με φίλους είτε στο δρόμο ακούω άλλους.
- Μα, καλά μόνο την ανθρώπινη ομιλία δεν λαμβάνετε;
-Ναι.
Και αφού ο γιατρός σήκωσε τα χέρια ψηλά (θα έπρεπε να τα είχα σηκώσει εγώ αφου με λήστεψε) έφυγα. Τότε ήμουν πανικόβλητη με την ιδέα ότι κάτι δεν πάει καλά με την υγεία μου. Τώρα που ξέρω την αλήθεια, θα προτιμούσα άραγε να ήταν έτσι;

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 09, 2006

Διαφιμώσεις (μέρος 2ο)

Με δεδομένη την απροθυμία μου να χρησιμοποιώ τις δυνάμεις μου για ίδιον κέρδος ή για να σώσω τον κόσμο, θα πρέπει να θεωρηθεί ιστορική η απόφαση που πήρα. Αποφάσισα λοιπόν να χρησιμοποιήσω την δύναμη υποβολής μου.
Με τον ληγμένο προ μηνων λογαριασμό μου στο χέρι λοιπόν κατευθύνθηκα στα ταμεία της υπηρεσίας, αποφασισμένη να μην πληρώσω τέλη επανασύνδεσης και τα τοιαύτα. Πήρα τις βαθιές μου ανάσες, στήλωσα σταθερά το βλέμμα πάνω στον ταμία επαναλάμβανοντας την φράση "Δεν χρειάζονται τέλη! Δεν χρειάζονται τέλη". Με απαλές κινήσεις κινήθηκα προς το ταμείο ιδρώνοντας ήδη από την υπερπροσπάθεια να διατηρήσω την αυτοσυγκέντρωσή μου. Ήμουν τόσο κοντά. Ήμουν.
Την πλέον ακατάλληλη στιγμή πετάχτηκε μια γιαγιά από το πουθενά και με ευλυγισία της κλάσης Κομανέτσι και μου έφαγε την σειρά. Η πολυπόθητη αυτοσυγκέντρωση πήγε περίπατο και η επωδός κατάντησε κάπως έτσι: "Δεν χρειάζονται ... ουπς... σκατά ... τέλη!". Έτσι ήμουν η μοναδική που δεν εξεπλάγην όταν ο ταμίας κατέβασε τα βρακιά του και έχεσε δημοσίως.
Α! Τα τέλη τα πλήρωσα.